Δημήτρης Τάρλοου: «Το κύριο χαρακτηριστικό του χιούμορ είναι ο αυτοσαρκασμός»

«Οι βιωμένες στιγμές στην πραγματικότητα είναι η παρακαταθήκη για το μέλλον σου». Μια φράση απλή, σχεδόν αφοπλιστική, στάθηκε η αφορμή για να ξεκινήσει η κουβέντα μας. Στο σπίτι του στην Ανδρο, εκεί όπου οι πρόβες για τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ εξελίσσονται στον υπαίθριο χώρο του κτήματος, η ησυχία του κυκλαδίτικου τοπίου γίνεται το φυσικό σκηνικό μιας βαθιά αποκαλυπτικής συζήτησης. Ο Δημήτρης Τάρλοου, μακριά από τη βουή της Αθήνας και την προκατασκευασμένη σοβαροφάνεια των θεατρικών αναλύσεων, ξετυλίγει το νήμα της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Χωρίς να καταφεύγει σε διδακτισμούς ή βαρύγδουπους αφορισμούς, επιστρέφει διαρκώς στα ουσιώδη της θεατρικής πράξης: την ταπεινότητα, την ηθική ακεραιότητα, τις ρωγμές της τεχνικής και την ανάγκη για μια αληθινή συνάντηση με τον άλλον. Οταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις φιλοσοφικές διαστάσεις της τέχνης του και την ωριμότητα των επιλογών του, ο σημαντικός σκηνοθέτης αντιδρά με αμεσότητα, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια αγιοποίησης ή κατάταξής του σε μια «αυθεντία». «Δεν είμαι καθόλου σοφός. Δεν μου αρέσουν οι μεγαλοστομίες. Αρκούμαι στο να εκφράζω κάτι προσωπικό και όσο γίνεται πιο αληθινό.…
Αυτό είναι μια σύνοψη. Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην αρχική πηγή.
Διαβάστε στο Ta NeaΣχετικές ειδήσεις

Εκλογές – Γερμανία: Πρώτη η AfD στο Μεκλεμβούργο, εκτός Βουλής η CDU του Μερτς – Η Αριστερά κερδίζει το Βερολίνο
Διπλό το πλήγμα για τον καγκελάριο Μερτς - Οι κάτοικοι που ψήφισαν την Κυριακή για να εκλέξουν τοπικές κυβερνήσεις, έστειλαν μηνύματα που ξεπερνούν τα όρια των κρατιδίων τους

Σοβαρά τραυματίας άνδρας στο Τέξας μετά από πυροβολισμό πράκτορα της ICE
Οι τοπικές αρχές ζητούν ανεξάρτητη έρευνα και δημοσιοποίηση του υλικού από τις κάμερες σώματος των ομοσπονδιακών πρακτόρων

O πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράν έχει κοστίσει στους αμερικανούς καταναλωτές 111,8 δισ. δολάρια
Την ώρα που ο χρόνος μετράει αντίστροφα για τις ενδιάμεσες εκλογές, ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν έχει κοστίσει στους αμερικανούς καταναλωτές 111,8 δισεκατομμύρια δολάρια.