
Ανάμεσα στο ενταύθα και στο επέκεινα
«Παιδί, η μάνα μου/μου φόραγε κατάσαρκα το πατερημών. […] Έπαιρνε ένα μεγάλο κλειδί/και διπλοκλείδωνε τον ύπνο μου», «Είναι λοιπόν περίεργο/πώς όλα τούτα/βρίσκουνε δρόμο και ξαναγυρνάνε/μες στον ύπνο σου/». Από Το σόι (1978), τη δεύτερη συλλογή της Μαστοράκη, η μητρική ευχή είχε αποτροπαϊκή ισχύ και κλείδωνε τον ευεπίφορο στο κακό ύπνο αλλά μια σειρά από εμπειρίες και εικόνες μπορούσαν να τον διαταράξουν σπέρνοντας τον φόβο. Έτσι, το «Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ», το πρώτο μέρος του υπότιτλου που, κατά μία έννοια, ορίζει όλη τη σύνθεση, συνδέεται μ’ εκείνο το μητρικό ποίημα-ξόρκι του τίτλου «κι όλα τα κακά σκορπά…». Σπεύδει όμως η Μαστοράκη στην ολοκλήρωση του τίτλου με το «αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», μια φράση-συνυποδήλωση της θλίψης για τη μητρική απουσία και για τη μοναχικότητα και ευθραυστότητα του ύπνου, ευάλωτου, κατά την παιδική ηλικία στο φανταστικό κακό, και κατά την ενήλικη ζωή στο πραγματικό κακό, και γι’ αυτό, ίσως, πιο τρομακτικό. Πρόκειται για μια σύνθεση που απαρτίζεται από επτά ενότητες (ο αριθμός ήδη πολιτισμικά φορτισμένος, βλ. π.χ.…


